0,00 €

Συγγραφείς

ΚΑΘΕ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΚΡΥΒΕΙ ΜΙΑ ΕΞΩΠΟΡΤΑ

Τιμή12,00

ΚΑΡΜΙΚΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Τιμή11

ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΕΣ ΕΝΟΧΙΚΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ

Τιμή13

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΡΟΠΟΥΛΟΣ

dimiropoulos

 

Γεννήθηκα στην Δράμα τον Δεκέμβρη του 1956, από Γραμμοχωρίτη πατέρα και Πόντια μάνα. Από πέντε χρονών σχεδόν ήμουν στο κλαρί της ζωής. Έξω. Πουλούσα τσίχλες σε μια παραλία της Καβάλας τα καλοκαίρια. Και σαν έπιασα τα δώδεκα, δούλευα πια όλα τα καλοκαίρια σε κεραμοποιείο, στα 14 μάλιστα χειριζόμουν και κλαρκ. Στον Αργύρη τον Λιάρο, που ήταν και Κοζανίτης, φίλος του γέρου μου. Μετά, όταν έπιασα τα δέκα έξι, άλλαξα αντικείμενο και δούλευα εργολαβικά κιόλας τα απογεύματα σε εργοστάσιο επεξεργασίας ξύλων. Οξιά, πεύκο, καβάκι, έλατο, μέχρι και καραγάτσι πέρασαν τέσσερα χρόνια από τα χέρια μου. Στον Αριστείδη τον Τσελεμπή, στον καταρράκτη του. Κι όταν τα ’φερε ο καιρός κι έπιασα τα 18, πέρασα στο Πανεπιστήμιο στην Θεσσαλονίκη, αλλά και πάλι, όλα τα καλοκαίρια πια, δούλευα. Με ένσημο τώρα, από τον Ιούλιο του 1975. Εργάτης στο δασαρχείο στο Καράντερε, στην σποροπαραγωγή του Ινστιτούτου σιτηρών της Θεσσαλονίκης, στις κατασκηνώσεις της Πρόνοιας στην Καλλιθέα Δράμας. Στα 1979 τέλειωσα εν τω μεταξύ το Οικονομικό τμήμα της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Α. Π. Θ. κι έφυγα φαντάρος. Δυο χρόνια σχεδόν στο ψαροχώρι Ηραίο της Σάμου και μετά, άνοιξη γεμάτη του 1981, στα βουνά της Δράμας, εργάτης του Δασαρχείου. Λίγο μετά βοηθός λογιστή σε βιοτεχνία εκτύπωσης συσκευασιών στον Βαρδάρη. Μετά από ένα χρόνο καθηγητής στο Τεχνικό Επαγγελματικο Λύκειο Καστοριάς. Λίγο μετά βοηθός στο λογιστήριο της γερμανικής Μiele και κάνα χρόνο μετά στην Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης. Συνάμα βέβαια πήγα και ένα γεμάτο φεγγάρι, που κράτησε δύο χρόνια, στην Σχολή Βαλκανικών Γλωσσών του Ιδρύματος Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου, όπου έκανα… ρωσικά. Στην τράπεζα αυτήν έμεινα δεκαπέντε χρόνια και τέσσερις μήνες, μέσα στην πόλη της Θεσσαλονίκης, γνωρίζοντας την πόλη όσο λίγοι. Είχα πρόσβαση στα εμπορικά αρχεία πληροφοριών, τα οποία ουσιαστικά εμείς τα φτιάχναμε εκεί, παρακολουθώντας τα δάνεια που δίναμε… αφειδώς. Είδα πολλά, και άλλα τόσα και πιο πολλά, όταν μετά βρέθηκα στην τράπεζα Αττικής για άλλα δεκατέσσερα χρόνια, μέσα στην ίδια πόλη. Και έδωσε ο Θεός και η λόξα μου να γυρίζω, να βρεθώ και στην Αθήνα ως υποδιευθυντής των εμπλοκών (των ανείσπρακτων απαιτήσεων από δάνεια) για δυόμιση χρόνια και άλλα τέσσερα ως υποδιευθυντής του εσωτερικού ελέγχου. Απ’ αυτήν την θέση την τελευταία είχα σημείο αναφοράς όλη την βόρεια Ελλάδα και ήμουν συνέχεια στο πόδι, από Κέρκυρα μέχρι Αλεξανδρούπολη.

Και καπάκι σε όλα αυτά, είχα και την αγαθή τύχη στα 1993, ετών 37, να βρεθώ για δύο χρόνια σε γραφείο υπουργού, συνομήλικου μου και συμφοιτητή μου. Εθελοντικά πάντα.

Εκεί να δείτε πόσα είδα. Πάνε όμως αυτά, να ’ναι καλά οι άνθρωποι, με έμαθαν να σέβομαι το ψωμί μου και να μισώ τους δήθεν, τους τάχα, τους καμπόσους.

Και τελευταία, για ενάμιση χρόνο, τέλειωσα τον εργασιακό μου βίο όπως τον είχα ξεκινήσει στα 1962, στην Άσπρη Άμμο της Καβάλας. Με το ίδιο αντικείμενο, τον τουρισμό. Τότε πουλούσα τσίχλες, τώρα πουλούσα πιάτα, ποτήρια και κουζινικά σε ταβέρνες και ξενοδοχεία στην Κέρκυρα. Και εκεί βρήκα πάλι τα χωριά μας, εκεί στο φρούριο, στην μαρμάρινη πινακίδα του ηρωικού 10ου Συντάγματος Πεζικού, που μάτωσε το 1912 για να δουν την γαλανόλευκη να κυματίζει οι οξιές του Γράμμου. Σε εκείνους, στον Γραμμένο και στον Χειμαρριό, που σκοτωθήκαν στα χώματά μας το 1912, χρωστάμε τον γαλάζιο αέρα που αναπνέουμε σήμερα. Και σε εκείνους.

Ααα, και κάτι σημαντικό ακόμη, εκεί γύρω στα πενήντα μου έκανα και τέσσερα εξάμηνα εντατικά τουρκικής γλώσσας στο Ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου, στην Θεσσαλονίκη πάλι. Τελικά ήταν το μοναδικό πτυχίο ξένης γλώσσας στη ζωή μου που μπόρεσα να πάρω ευκολά. Έχω τώρα δικαίωμα να εγγραφώ σε πανεπιστήμιο της Τουρκίας, και θα το κάνω στην… άλλη μου ζωή πια.

Εν τω μεταξύ, από το 2002 έγραφα κατά καιρούς κυνηγετικά θέματα στο «ΕΘΝΟΣ», εφημερίδα με κυκλοφορία σεβαστή, όπου ακόμη και εκεί για πολλά χρόνια έμαθα καλά την μαγεία των λέξεων, όταν μπαίνουν σε μια σειρά μαστόρικη. Πλακώθηκα και κάτι χρόνια με το Ανοικτό Πανεπιστήμιο και τον Ελληνικό Πολιτισμό, πήρα αρκετά μαθήματα, μα τα κουράγια είχαν στερέψει πια.

Έντεκα χιλιάδες τετρακόσια ενενήντα επτά ένσημα, φθάνει, είπα.

Δεν άφησα ποτέ όμως από τα χρόνια της εφηβείας τα χωριά μας στον Γράμμο, και κυρίως την Καληβρύση. Και σαν έγινα πια και κύριος της τσέπης μου, στέριωσα για χρόνια εκεί πάνω. Κι όταν έφυγε ο πατέρας μου τον Δεκέμβρη του 2000, ταξιδέψαμε μαζί για τελευταία φορά στην Καληβρύση. Έσκαψα μόνος μου τον τάφο του στην σκληρή σουρίγα, την πετρωμένη άμμο του Γράμμου, και τον αποχαιρέτησα. Από τότε, σχεδόν κάθε μήνα του δίνω τον λόγο να συνεχίσει τις ιστορίες του. Μαζί με τον ξάδελφό του Μιχάλη Βέλλιο, τους συμμαθητές του Χρήστο Δημηρόπουλο και Περικλή Ζιούτη. Η καημένη η μάνα μου, που έφυγε μετά εννέα χρόνια, δεν τους ενοχλεί ποτέ της δεν ενοχλούσε. Ήταν κι αυτό κομμάτι του πολιτισμού μας, και η Χαραλάμπαινα το κρατάει ακόμη.

Έχουμε τόπο για όλους εκεί, με θέα την Αμμούδα και την Αλεβίτσα. Και όταν σε ένα τόπο τα μνήματα αξίζουν τόσο, τα ζωντανά αξίζουν μάλαμα.